σεβιότ

το, Ν
άκλ.
1. αγγλικής προέλευσης μαλλί που αποτελείται από μακριές, απαλές και στιλπνές τρίχες προβάτου
2. νήμα ή ύφασμα κατασκευασμένο από το παραπάνω μαλλί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. cheviot, από τους λόφους Cheviot τής Αγγλίας και Σκωτίας].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεβιότ — το (λ. αγγλ.), άκλ., είδος μαλλιού (και το ύφασμα που γίνεται απ αυτό) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Σκοτιά — (Scotland). Περιοχή των Βρετανικών Νησιών, που περιλαμβάνει το βόρειο τμήμα του νησιού της Μεγάλης Βρετανίας και τα αρχιπελάγη των Σέτλαντ, των Ορκάδων των εξωτερικών και εσωτερικών Εβρίδων και άλλα μικρότερα. Η Σ., παλιότερη γραφή Σκωτία ,… …   Dictionary of Greek

  • σκοτία — (Scotland). Περιοχή των Βρετανικών Νησιών, που περιλαμβάνει το βόρειο τμήμα του νησιού της Μεγάλης Βρετανίας και τα αρχιπελάγη των Σέτλαντ, των Ορκάδων των εξωτερικών και εσωτερικών Εβρίδων και άλλα μικρότερα. Η Σ., παλιότερη γραφή Σκωτία ,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.